Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Unappreciated

/ənəpriʃietɪd/

adjective

1. Not likely to be rewarded

  • "Grading papers is a thankless task"
    synonym:
  • thankless
  • ,
  • unappreciated
  • ,
  • ungratifying

1. Δεν είναι πιθανό να ανταμειφθούν

  • "Η βαθμολόγηση των εγγράφων είναι ένα ευχαριστημένο έργο"
συνώνυμο:
  • απερίσκεπτοσ,
  • μη εκτιμημένη,
  • αγνόηση

2. Having value that is not acknowledged

    synonym:
  • unappreciated
  • ,
  • unsung
  • ,
  • unvalued

2. Αξία που δεν αναγνωρίζεται

συνώνυμο:
  • μη εκτιμημένη,
  • απαράμιλλοσ,
  • μη τιμημένο