Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Two

/tu/

noun

1. The cardinal number that is the sum of one and one or a numeral representing this number

    synonym:
  • two
  • ,
  • 2
  • ,
  • II
  • ,
  • deuce

1. Ο καρδινάλιος αριθμός που είναι το άθροισμα ενός και ενός ή ενός αριθμού που αναπαριστά αυτόν τον αριθμό

συνώνυμο:
  • δύο,
  • 2,
  • ΙΙ,
  • απολαμβάνω

2. One of the four playing cards in a deck that have two spots

    synonym:
  • deuce
  • ,
  • two

2. Μία από τις τέσσερις κάρτες παιχνιδιού σε ένα κατάστρωμα που έχουν δύο θέσεις

συνώνυμο:
  • απολαμβάνω,
  • δύο

adjective

1. Being one more than one

  • "He received two messages"
    synonym:
  • two
  • ,
  • 2
  • ,
  • ii

1. Είναι ένα παραπάνω από ένα

  • "Έλαβε δύο μηνύματα"
συνώνυμο:
  • δύο,
  • 2,
  • η

Examples of using

Rub two sticks together to get the fire started.
Τρίψτε δύο ραβδιά μαζί για να ξεκινήσει η φωτιά.
She said she was in two minds as to whether to go or not.
Είπε ότι ήταν σε δύο μυαλά για το αν θα πάει ή όχι.
She's got two teeth?
Έχει δύο δόντια?