Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Troupe

/trup/

noun

1. Organization of performers and associated personnel (especially theatrical)

  • "The traveling company all stayed at the same hotel"
    synonym:
  • company
  • ,
  • troupe

1. Οργάνωση ερμηνευτών και συνδεδεμένου προσωπικού (ειδικά θεατρικό)

  • "Η ταξιδιωτική εταιρεία έμεινε όλη στο ίδιο ξενοδοχείο"
συνώνυμο:
  • εταιρεία,
  • τρούπες