Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Troublesome

/trəbəlsəm/

adjective

1. Difficult to deal with

  • "A troublesome infection"
  • "A troublesome situation"
    synonym:
  • troublesome

1. Δύσκολο να αντιμετωπιστεί

  • "Ενοχλητική λοίμωξη"
  • "Ενοχλητική κατάσταση"
συνώνυμο:
  • ενοχλητικός