Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Triangular

/traɪæŋgjələr/

adjective

1. Having three angles

  • Forming or shaped like a triangle
  • "A triangular figure"
  • "A triangular pyrimid has a triangle for a base"
    synonym:
  • triangular

1. Έχοντας τρεις γωνίες

  • Σχηματίζοντας ή διαμορφώνοντας σαν ένα τρίγωνο
  • "Τριγωνική φιγούρα"
  • "Ένα τριγωνικό πυριμιδικό έχει ένα τρίγωνο για μια βάση"
συνώνυμο:
  • τριγωνικόσ

2. Having three sides

  • "A trilateral figure"
    synonym:
  • trilateral
  • ,
  • triangular
  • ,
  • three-sided

2. Έχοντας τρεις πλευρές

  • "Τριμερής φιγούρα"
συνώνυμο:
  • τριμερέσ,
  • τριγωνικόσ,
  • τριπλευρική