Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "transplantation" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "μεταμόσχευση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Transplantation

[Μεταμόσχευση]
/trænzplænteʃən/

noun

1. An operation moving an organ from one organism (the donor) to another (the recipient)

  • "He had a kidney transplant"
  • "The long-term results of cardiac transplantation are now excellent"
  • "A child had a multiple organ transplant two months ago"
    synonym:
  • transplant
  • ,
  • transplantation
  • ,
  • organ transplant

1. Μια επέμβαση που κινεί ένα όργανο από έναν οργανισμό (ο δωρητής) σε έναν άλλο (ο παραλήπτης)

  • "Είχε μεταμόσχευση νεφρού"
  • "Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της καρδιακής μεταμόσχευσης είναι πλέον εξαιρετικά"
  • "Ένα παιδί υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση οργάνου πριν από δύο μήνες"
συνώνυμο:
  • μεταμόσχευση,
  • μεταμόσχευση,
  • μεταμόσχευση οργάνου

2. The act of removing something from one location and introducing it in another location

  • "The transplant did not flower until the second year"
  • "Too frequent transplanting is not good for families"
  • "She returned to alabama because she could not bear transplantation"
    synonym:
  • transplant
  • ,
  • transplantation
  • ,
  • transplanting

2. Η πράξη της αφαίρεσης κάτι από μια θέση και την εισαγωγή του σε μια άλλη θέση

  • "Η μεταμόσχευση δεν άνθισε μέχρι το δεύτερο έτος"
  • "Η συχνή μεταμόσχευση δεν είναι καλή για τις οικογένειες"
  • "Επέστρεψε στην αλαμπάμα επειδή δεν μπορούσε να κάνει μεταμόσχευση"
συνώνυμο:
  • μεταμόσχευση,
  • μεταμόσχευση,
  • μεταφύτευση