Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Transpire

/trænspaɪər/

verb

1. Pass through the tissue or substance or its pores or interstices, as of gas

    synonym:
  • transpire
  • ,
  • transpirate

1. Περάστε μέσω του ιστού ή της ουσίας ή των πόρων ή των διασταυρώσεών του, από το αέριο

συνώνυμο:
  • διαφαίνω,
  • διαπερατό

2. Exude water vapor

  • "Plants transpire"
    synonym:
  • transpire

2. Αποπνευστικός υδρατμός

  • "Φυτά διαφαίνονται"
συνώνυμο:
  • διαφαίνω

3. Come to light

  • Become known
  • "It transpired that she had worked as spy in east germany"
    synonym:
  • transpire

3. Ελάτε στο φως

  • Γίνομαι γνωστός
  • "Αποδείχθηκε ότι είχε εργαστεί ως κατάσκοπος στην ανατολική γερμανία"
συνώνυμο:
  • διαφαίνω

4. Come about, happen, or occur

  • "Several important events transpired last week"
    synonym:
  • transpire

4. Ελάτε, συμβείτε ή συμβείτε

  • "Πολλά σημαντικά γεγονότα συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα"
συνώνυμο:
  • διαφαίνω

5. Give off (water) through the skin

    synonym:
  • transpire

5. Αποβάλτε (-νερό) μέσω του δέρματος

συνώνυμο:
  • διαφαίνω