Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Transmission

/trænsmɪʃən/

noun

1. The act of sending a message

  • Causing a message to be transmitted
    synonym:
  • transmission
  • ,
  • transmittal
  • ,
  • transmitting

1. Η πράξη της αποστολής ενός μηνύματος

  • Προκαλώντας τη μετάδοση ενός μηνύματος
συνώνυμο:
  • μετάδοση,
  • μετάδοση,
  • μετάδοση

2. Communication by means of transmitted signals

    synonym:
  • transmission

2. Επικοινωνία μέσω μεταδιδόμενων σημάτων

συνώνυμο:
  • μετάδοση

3. The fraction of radiant energy that passes through a substance

    synonym:
  • transmittance
  • ,
  • transmission

3. Το κλάσμα της ακτινοβολούμενης ενέργειας που περνά μέσα από μια ουσία

συνώνυμο:
  • μετάδοση,
  • μετάδοση

4. An incident in which an infectious disease is transmitted

    synonym:
  • infection
  • ,
  • contagion
  • ,
  • transmission

4. Ένα περιστατικό στο οποίο μεταδίδεται μια μολυσματική ασθένεια

συνώνυμο:
  • λοίμωξη,
  • μετάδοση,
  • μετάδοση

5. The gears that transmit power from an automobile engine via the driveshaft to the live axle

    synonym:
  • transmission
  • ,
  • transmission system

5. Τα εργαλεία που μεταδίδουν την ισχύ από έναν κινητήρα αυτοκινήτου μέσω του κινητήρα στον ζωντανό άξονα

συνώνυμο:
  • μετάδοση,
  • σύστημα μετάδοσης

Examples of using

Looks like the transmission belt broke.
Φαίνεται ότι η ζώνη μετάδοσης έσπασε.