Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Translucent

/trænslusənt/

adjective

1. Allowing light to pass through diffusely

  • "Translucent amber"
  • "Semitransparent curtains at the windows"
    synonym:
  • translucent
  • ,
  • semitransparent

1. Επιτρέποντας στο φως να περάσει διάχυτα

  • "Διαφανές κεχριμπάρι"
  • "Διαφανείς κουρτίνες στα παράθυρα"
συνώνυμο:
  • διαφανής,
  • ημιδιαφανής