Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Transcription

/trænskrɪpʃən/

noun

1. Something written, especially copied from one medium to another, as a typewritten version of dictation

    synonym:
  • transcription
  • ,
  • written text

1. Κάτι γραμμένο, ειδικά αντιγραμμένο από το ένα μέσο στο άλλο, ως μια τυπογραφική έκδοση της υπαγόρευσης

συνώνυμο:
  • μεταγραφή,
  • γραπτό κείμενο

2. (genetics) the organic process whereby the dna sequence in a gene is copied into mrna

  • The process whereby a base sequence of messenger rna is synthesized on a template of complementary dna
    synonym:
  • transcription

2. (γενετική) η οργανική διαδικασία με την οποία η ακολουθία δνα σε ένα γονίδιο αντιγράφεται σε μρνα

  • Η διαδικασία με την οποία συντίθεται μια βασική ακολουθία του αγγελιοφόρου ρνα σε ένα πρότυπο συμπληρωματικού δνα
συνώνυμο:
  • μεταγραφή

3. A sound or television recording (e.g., from a broadcast to a tape recording)

    synonym:
  • transcription

3. Μια ηχογράφηση ή τηλεόραση (π.χ., από μια εκπομπή σε μια ταινία ηχογράφησης)

συνώνυμο:
  • μεταγραφή

4. The act of arranging and adapting a piece of music

    synonym:
  • arrangement
  • ,
  • arranging
  • ,
  • transcription

4. Η πράξη της διευθέτησης και της προσαρμογής ενός μουσικού κομματιού

συνώνυμο:
  • ρύθμιση,
  • τακτοποίηση,
  • μεταγραφή

5. The act of making a record (especially an audio record)

  • "She watched the recording from a sound-proof booth"
    synonym:
  • recording
  • ,
  • transcription

5. Η πράξη της πραγματοποίησης ενός ρεκόρ (ειδικά ένα ηχητικό ρεκόρ)

  • "Παρακολούθησε την ηχογράφηση από ένα ηχομονωτικό θάλαμο"
συνώνυμο:
  • καταγραφή,
  • μεταγραφή