Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Training

/trenɪŋ/

noun

1. Activity leading to skilled behavior

    synonym:
  • training
  • ,
  • preparation
  • ,
  • grooming

1. Δραστηριότητα που οδηγεί σε εξειδικευμένη συμπεριφορά

συνώνυμο:
  • κατάρτιση,
  • προετοιμασία,
  • περιποίηση

2. The result of good upbringing (especially knowledge of correct social behavior)

  • "A woman of breeding and refinement"
    synonym:
  • education
  • ,
  • training
  • ,
  • breeding

2. Το αποτέλεσμα της καλής ανατροφής (ιδιαίτερα γνώση της σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς)

  • "Μια γυναίκα αναπαραγωγής και φινέτσας"
συνώνυμο:
  • εκπαίδευση,
  • κατάρτιση,
  • αναπαραγωγή

Examples of using

The soldiers are going through severe training.
Οι στρατιώτες περνούν από σοβαρή εκπαίδευση.
You need to have a lot of stamina to run a marathon, but even more for the training before the race.
Θα πρέπει να έχουν πολλή αντοχή για να τρέξει ένα μαραθώνιο, αλλά ακόμη περισσότερο για την εκπαίδευση πριν από τον αγώνα.