Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "trading" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εμπορία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Trading

[Εμπορία]
/tredɪŋ/

noun

1. Buying or selling securities or commodities

    synonym:
  • trading

1. Αγορά ή πώληση τίτλων ή εμπορευμάτων

    συνώνυμο:
  • συναλλαγών

Examples of using

Save energy by abolishing the convenience stores' 100-hour-a-day trading!
Εξοικονομήστε ενέργεια καταργώντας τις συναλλαγές των 100 ωρών την ημέρα!
Save energy by abolishing the convenience stores' 24-hour-a-day trading!
Εξοικονομήστε ενέργεια καταργώντας τις συναλλαγές 24 ωρών ανά ημέρα!