Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Traceable

/tresəbəl/

adjective

1. (usually followed by `to') able to be traced to

  • "A failure traceable to lack of energy"
    synonym:
  • traceable

1. (συνήθως ακολουθείται από ```) ικανό να εντοπιστεί

  • "Μια αποτυχία που ανιχνεύεται από την έλλειψη ενέργειας"
συνώνυμο:
  • ανιχνεύσιμη

2. Capable of being traced or tracked

  • "A traceable riverbed"
  • "The traceable course of an ancient wall"
    synonym:
  • traceable
  • ,
  • trackable

2. Ικανό να εντοπιστεί ή να παρακολουθηθεί

  • "Μια ανιχνεύσιμη κοίτη ποταμού"
  • "Η ανιχνεύσιμη πορεία ενός αρχαίου τοίχου"
συνώνυμο:
  • ανιχνεύσιμη,
  • ανιχνεύσιμοσ