Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Tortoise

/tɔrtəs/

noun

1. Usually herbivorous land turtles having clawed elephant-like limbs

  • Worldwide in arid area except australia and antarctica
    synonym:
  • tortoise

1. Συνήθως φυτοφάγες χελώνες που έχουν νύχια άκρα που μοιάζουν με ελέφαντα

  • Παγκοσμίως σε ξηρές περιοχές εκτός από την αυστραλία και την ανταρκτική
συνώνυμο:
  • χελώνα