Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Torn

/tɔrn/

adjective

1. Having edges that are jagged from injury

    synonym:
  • lacerate
  • ,
  • lacerated
  • ,
  • mangled
  • ,
  • torn

1. Έχοντας άκρες που είναι φιμωμένες από τραυματισμό

συνώνυμο:
  • λακαριστόσ,
  • λακαρισμένο,
  • παραμορφωμένο,
  • τσαλακωμένος

2. Disrupted by the pull of contrary forces

  • "Torn between love and hate"
  • "Torn by conflicting loyalties"
  • "Torn by religious dissensions"
    synonym:
  • torn

2. Διαταράσσεται από την έλξη αντίθετων δυνάμεων

  • "Στενοχωρημένο ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος"
  • "Γαρνιτούρα από αντικρουόμενες πιστότητες"
  • "Γεμάτο από θρησκευτικές διαφωνίες"
συνώνυμο:
  • τσαλακωμένος

Examples of using

The torn dollar bill passed through several hands.
Ο λογαριασμός του δολαρίου πέρασε από πολλά χέρια.
The cover of this book has been torn off.
Το εξώφυλλο αυτού του βιβλίου έχει αποκοπεί.
Tom and Mary had their old house torn down.
Ο Τομ και η Μαίρη είχαν κατεδαφιστεί το παλιό τους σπίτι.