Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Tolerate

/tɑləret/

verb

1. Put up with something or somebody unpleasant

  • "I cannot bear his constant criticism"
  • "The new secretary had to endure a lot of unprofessional remarks"
  • "He learned to tolerate the heat"
  • "She stuck out two years in a miserable marriage"
    synonym:
  • digest
  • ,
  • endure
  • ,
  • stick out
  • ,
  • stomach
  • ,
  • bear
  • ,
  • stand
  • ,
  • tolerate
  • ,
  • support
  • ,
  • brook
  • ,
  • abide
  • ,
  • suffer
  • ,
  • put up

1. Βάλτε κάτι ή κάποιον δυσάρεστο

  • "Δεν μπορώ να αντέξω τη συνεχή κριτική του"
  • "Ο νέος γραμματέας έπρεπε να υπομείνει πολλές αντιεπαγγελματικές παρατηρήσεις"
  • "Μαθαίνει να ανέχεται τη ζέστη"
  • "Εγκλωβίστηκε δύο χρόνια σε έναν άθλιο γάμο"
συνώνυμο:
  • πεπτώ,
  • υπομένω,
  • παραμένω,
  • στομάχι,
  • αρκούδα,
  • στέκομαι,
  • ανέχεται,
  • υποστήριξη,
  • μπρουκ,
  • αποθηκεύω,
  • υποφέρω,
  • στρώνω

2. Recognize and respect (rights and beliefs of others)

  • "We must tolerate the religions of others"
    synonym:
  • tolerate

2. Αναγνωρίστε και σεβαστείτε τα (δικαιώματα και τις πεποιθήσεις των άλλων

  • "Πρέπει να ανεχόμαστε τις θρησκείες των άλλων"
συνώνυμο:
  • ανέχεται

3. Have a tolerance for a poison or strong drug or pathogen or environmental condition

  • "The patient does not tolerate the anti-inflammatory drugs we gave him"
    synonym:
  • tolerate

3. Έχετε ανοχή σε δηλητήριο ή ισχυρό φάρμακο ή παθογόνο ή περιβαλλοντική κατάσταση

  • "Ο ασθενής δεν ανέχεται τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα που του δώσαμε"
συνώνυμο:
  • ανέχεται

4. Allow the presence of or allow (an activity) without opposing or prohibiting

  • "We don't allow dogs here"
  • "Children are not permitted beyond this point"
  • "We cannot tolerate smoking in the hospital"
    synonym:
  • allow
  • ,
  • permit
  • ,
  • tolerate

4. Επιτρέψτε την παρουσία ή επιτρέψτε τη δραστηριότητα (ανή χωρίς να αντιταχθείτε ή να απαγορεύσετε

  • "Δεν επιτρέπουμε τα σκυλιά εδώ"
  • "Τα παιδιά δεν επιτρέπονται πέρα από αυτό το σημείο"
  • "Δεν μπορούμε να ανεχτούμε το κάπνισμα στο νοσοκομείο"
συνώνυμο:
  • επιτρέπω,
  • άδεια,
  • ανέχεται

Examples of using

I won't tolerate any mistakes.
Δεν θα ανεχτώ λάθη.
I don't tolerate insubordination.
Δεν ανέχομαι την ανυποταξία.
He could not by any means tolerate the ghastly smell of rotting onion.
Δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να ανεχθεί την τρομερή μυρωδιά του σάπιου κρεμμυδιού.