Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Today

/təde/

noun

1. The present time or age

  • "The world of today"
  • "Today we have computers"
    synonym:
  • today

1. Η παρούσα εποχή ή ηλικία

  • "Ο κόσμος του σήμερα"
  • "Σήμερα έχουμε υπολογιστές"
συνώνυμο:
  • σήμερα

2. The day that includes the present moment (as opposed to yesterday or tomorrow)

  • "Today is beautiful"
  • "Did you see today's newspaper?"
    synonym:
  • today

2. Η ημέρα που περιλαμβάνει την παρούσα στιγμή (ας σε αντίθεση με χθες ή αύριο

  • "Το σήμερα είναι όμορφο"
  • "Είδατε τη σημερινή εφημερίδα?"
συνώνυμο:
  • σήμερα

adverb

1. In these times

  • "It is solely by their language that the upper classes nowadays are distinguished"- nancy mitford
  • "We now rarely see horse-drawn vehicles on city streets"
  • "Today almost every home has television"
    synonym:
  • nowadays
  • ,
  • now
  • ,
  • today

1. Σε αυτές τις εποχές

  • "Αποκλειστικά από τη γλώσσα τους διακρίνονται οι ανώτερες τάξεις σήμερα" - νάνσι μίτφορντ
  • "Τώρα σπάνια βλέπουμε οχήματα με άλογα στους δρόμους της πόλης"
  • "Σήμερα σχεδόν κάθε σπίτι έχει τηλεόραση"
συνώνυμο:
  • σήμερα,
  • τώρα,
  • σήμερα

2. On this day as distinct from yesterday or tomorrow

  • "I can't meet with you today"
    synonym:
  • today

2. Αυτή την ημέρα είναι διακριτή από το χθες ή το αύριο

  • "Δεν μπορώ να σε συναντήσω σήμερα"
συνώνυμο:
  • σήμερα

Examples of using

Wasn't Tom here earlier today?
Δεν ήταν ο Τομ εδώ νωρίτερα σήμερα?
The sea is pretty rough today.
Η θάλασσα είναι αρκετά τραχιά σήμερα.
There's a cold wind today.
Σήμερα υπάρχει ένας κρύος άνεμος.