Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Tireless

/taɪərləs/

adjective

1. Showing sustained enthusiastic action with unflagging vitality

  • "An indefatigable advocate of equal rights"
  • "A tireless worker"
  • "Unflagging pursuit of excellence"
    synonym:
  • indefatigable
  • ,
  • tireless
  • ,
  • unflagging
  • ,
  • unwearying

1. Δείχνοντας σταθερή ενθουσιώδη δράση με ανελέητη ζωτικότητα

  • "Απαράδεκτος υπέρμαχος των ίσων δικαιωμάτων"
  • "Ακούραστος εργάτης"
  • "Απερίσκεπτη επιδίωξη της αριστείας"
συνώνυμο:
  • απαραβίαστοσ,
  • ακούραστος,
  • ανεπιθύμητη ενημέρωση,
  • ανακούφιση

2. Characterized by hard work and perseverance

    synonym:
  • hardworking
  • ,
  • industrious
  • ,
  • tireless
  • ,
  • untiring

2. Χαρακτηρίζεται από σκληρή δουλειά και επιμονή

συνώνυμο:
  • εργατικόσ,
  • εργατικόσ,
  • ακούραστος,
  • ανεπαίσθητοσ