Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Times

/taɪmz/

noun

1. A more or less definite period of time now or previously present

  • "It was a sign of the times"
    synonym:
  • times

1. Μια περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένη χρονική περίοδο τώρα ή προηγουμένως παρούσα

  • "Ήταν ένα σημάδι των καιρών"
συνώνυμο:
  • καιροί

2. An arithmetic operation that is the inverse of division

  • The product of two numbers is computed
  • "The multiplication of four by three gives twelve"
  • "Four times three equals twelve"
    synonym:
  • multiplication
  • ,
  • times

2. Μια αριθμητική πράξη που είναι το αντίστροφο της διαίρεσης

  • Υπολογίζεται το προϊόν δύο αριθμών
  • "Ο πολλαπλασιασμός του τέσσερα με το τρία δίνει δώδεκα"
  • "Τέσσερις φορές το τρία ισούται με δώδεκα"
συνώνυμο:
  • πολλαπλασιασμός,
  • καιροί

Examples of using

In times like this, we should all pull together.
Σε τέτοιες στιγμές, θα πρέπει όλοι να ενωθούμε.
You are ten times better looking than I am.
Είσαι δέκα φορές καλύτερα από μένα.
Tom comes here three times a month.
Ο Τομ έρχεται εδώ τρεις φορές το μήνα.