Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Thinner

/θɪnər/

noun

1. A diluting agent

    synonym:
  • dilutant
  • ,
  • diluent
  • ,
  • thinner

1. Ένας αραιωτικός παράγοντας

συνώνυμο:
  • αραιωτικό,
  • αραιωτικό,
  • λεπτότερο

Examples of using

My new phone is thinner than my old phone.
Το νέο μου τηλέφωνο είναι λεπτότερο από το παλιό μου τηλέφωνο.
I'm getting thinner.
Γίνομαι πιο λεπτός.
His hair got thinner and thinner.
Τα μαλλιά του έγιναν πιο λεπτά και πιο λεπτά.