Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

There

/ðɛr/

noun

1. A location other than here

  • That place
  • "You can take it from there"
    synonym:
  • there

1. Μια τοποθεσία εκτός από εδώ

  • Αυτό το μέρος
  • "Μπορείτε να το πάρετε από εκεί"
συνώνυμο:
  • εκεί

adverb

1. In or at that place

  • "They have lived there for years"
  • "It's not there"
  • "That man there"
    synonym:
  • there
  • ,
  • at that place
  • ,
  • in that location

1. Σε ή σε αυτό το μέρος

  • "Ζούν εκεί για χρόνια"
  • "Δεν είναι εκεί"
  • "Αυτός ο άνθρωπος εκεί"
συνώνυμο:
  • εκεί,
  • σε αυτό το μέρος,
  • σε αυτή την τοποθεσία

2. In that matter

  • "I agree with you there"
    synonym:
  • there
  • ,
  • in that respect
  • ,
  • on that point

2. Σε αυτό το θέμα

  • "Συμφωνώ μαζί σου εκεί"
συνώνυμο:
  • εκεί,
  • από αυτή την άποψη,
  • σε αυτό το σημείο

3. To or toward that place

  • Away from the speaker
  • "Go there around noon!"
    synonym:
  • there
  • ,
  • thither

3. Προς ή προς αυτό το μέρος

  • Μακριά από τον ομιλητή
  • "Πήγαινε εκεί γύρω στο μεσημέρι!"
συνώνυμο:
  • εκεί,
  • ακτίνα

Examples of using

I'm here. Is there anybody home?
Είμαι εδώ. Υπάρχει κανείς σπίτι?
Tom got there long after we did.
Ο Τομ έφτασε εκεί πολύ καιρό αφού το κάναμε.
Was there a book on the desk?
Υπήρχε βιβλίο στο γραφείο?