Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Theater

/θiətər/

noun

1. A building where theatrical performances or motion-picture shows can be presented

  • "The house was full"
    synonym:
  • theater
  • ,
  • theatre
  • ,
  • house

1. Ένα κτίριο όπου μπορούν να παρουσιαστούν θεατρικές παραστάσεις ή κινηματογραφικές εικόνες

  • "Το σπίτι ήταν γεμάτο"
συνώνυμο:
  • θέατρο,
  • θέατρο,
  • σπίτι

2. The art of writing and producing plays

    synonym:
  • dramaturgy
  • ,
  • dramatic art
  • ,
  • dramatics
  • ,
  • theater
  • ,
  • theatre

2. Η τέχνη της γραφής και της παραγωγής έργων

συνώνυμο:
  • δραματουργία,
  • δραματική τέχνη,
  • δραματουργία,
  • θέατρο,
  • θέατρο

3. A region in which active military operations are in progress

  • "The army was in the field awaiting action"
  • "He served in the vietnam theater for three years"
    synonym:
  • field
  • ,
  • field of operations
  • ,
  • theater
  • ,
  • theater of operations
  • ,
  • theatre
  • ,
  • theatre of operations

3. Μια περιοχή στην οποία βρίσκονται σε εξέλιξη ενεργές στρατιωτικές επιχειρήσεις

  • "Ο στρατός ήταν στο χωράφι περιμένοντας δράση"
  • "Υπηρέτησε στο θέατρο του βιετνάμ για τρία χρόνια"
συνώνυμο:
  • πεδίο,
  • πεδίο εργασιών,
  • θέατρο,
  • θέατρο επιχειρήσεων,
  • θέατρο,
  • θέατρο επιχειρήσεων

Examples of using

We went to the theater early to get good seats.
Πήγαμε νωρίς στο θέατρο για να πάρουμε καλές θέσεις.
We went to the theater early so we could get good seats.
Πήγαμε νωρίς στο θέατρο για να πάρουμε καλές θέσεις.
I went to the theater early so I could get a good seat.
Πήγα στο θέατρο νωρίς για να πάρω μια καλή θέση.