Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Testing

/tɛstɪŋ/

noun

1. The act of subjecting to experimental test in order to determine how well something works

  • "They agreed to end the testing of atomic weapons"
    synonym:
  • testing

1. Η πράξη της υποβολής σε πειραματικό έλεγχο για να καθοριστεί πόσο καλά λειτουργεί κάτι

  • "Συμφώνησαν να τερματίσουν τις δοκιμές των ατομικών όπλων"
συνώνυμο:
  • δοκιμή

2. An examination of the characteristics of something

  • "There are laboratories for commercial testing"
  • "It involved testing thousands of children for smallpox"
    synonym:
  • testing

2. Εξέταση των χαρακτηριστικών του κάτι

  • "Υπάρχουν εργαστήρια για εμπορικές δοκιμές"
  • "Περιλαμβάνει τη δοκιμή χιλιάδων παιδιών για ευλογιά"
συνώνυμο:
  • δοκιμή

3. The act of giving students or candidates a test (as by questions) to determine what they know or have learned

    synonym:
  • examination
  • ,
  • testing

3. Η πράξη του να δίνουν στους μαθητές ή τους υποψηφίους μια δοκιμή (α από ερωτήσεις) για να καθορίσουν τι γνωρίζουν ή έχουν μάθει

συνώνυμο:
  • εξέταση,
  • δοκιμή

Examples of using

You're testing my patience!
Δοκιμάζεις την υπομονή μου!
The research director had the department do a thorough job in testing the new product.
Ο διευθυντής της έρευνας είχε το τμήμα να κάνει μια λεπτομερή δουλειά στη δοκιμή του νέου προϊόντος.