Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Temperature

/tɛmprəʧər/

noun

1. The degree of hotness or coldness of a body or environment (corresponding to its molecular activity)

    synonym:
  • temperature

1. Ο βαθμός θερμότητας ή ψυχρότητας ενός σώματος ή ενός περιβάλλοντος (που αντιστοιχεί στη μοριακή του δραστηριότητα)

συνώνυμο:
  • θερμοκρασία

2. The somatic sensation of cold or heat

    synonym:
  • temperature

2. Η σωματική αίσθηση του κρύου ή της θερμότητας

συνώνυμο:
  • θερμοκρασία

Examples of using

The temperature went down ten degrees.
Η θερμοκρασία έπεσε δέκα βαθμούς.
It's strange he loves room temperature beer.
Είναι περίεργο που αγαπά την μπύρα σε θερμοκρασία δωματίου.
The temperature is very low today.
Η θερμοκρασία είναι πολύ χαμηλή σήμερα.