Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Temerity

/təmɛrəti/

noun

1. Fearless daring

    synonym:
  • audacity
  • ,
  • audaciousness
  • ,
  • temerity

1. Ατρόμητος τολμηρός

συνώνυμο:
  • τόλμη,
  • τόλμη,
  • ταραχή

Examples of using

Methinks I am like a man, who having struck on many shoals, and having narrowly escap'd shipwreck in passing a small frith, has yet the temerity to put out to sea in the same leaky weather-beaten vessel, and even carries his ambition so far as to think of compassing the globe under these disadvantageous circumstances.
Μεθάνω είμαι σαν ένας άνθρωπος, που έχει χτυπήσει πολλά κρανία, και έχοντας στενά διαφύγει το ναυάγιο περνώντας ένα μικρό φιορίνι, έχει ακόμα τη θερμοκρασία να βάλει στη θάλασσα στο ίδιο διαρρέον καιρικά φορτίο, και φέρνει ακόμη τη φιλοδοξία του να σκεφτεί τον κόσμο κάτω από.