Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Team

/tim/

noun

1. A cooperative unit (especially in sports)

    synonym:
  • team
  • ,
  • squad

1. Μια συνεταιριστική μονάδα (ειδικά στον αθλητισμό)

συνώνυμο:
  • ομάδα,
  • ομάδα

2. Two or more draft animals that work together to pull something

    synonym:
  • team

2. Δύο ή περισσότερα πρόχειρα ζώα που συνεργάζονται για να τραβήξουν κάτι

συνώνυμο:
  • ομάδα

verb

1. Form a team

  • "We teamed up for this new project"
    synonym:
  • team
  • ,
  • team up

1. Σχηματίστε μια ομάδα

  • "Συνεργαστήκαμε για αυτό το νέο έργο"
συνώνυμο:
  • ομάδα,
  • συνεργάζομαι

Examples of using

You're the worst basketball coach this team has ever had.
Είσαι ο χειρότερος προπονητής μπάσκετ που είχε ποτέ αυτή η ομάδα.
The coach urged his team not to be complacent following their four consecutive wins.
Ο προπονητής προέτρεψε την ομάδα του να μην εφησυχάσει μετά τις τέσσερις συνεχόμενες νίκες του.
It's always good to work on a team all the members of which feel that they're making a great contribution to the success of some business.
Είναι πάντα καλό να δουλεύεις σε μια ομάδα όλα τα μέλη της οποίας αισθάνονται ότι συμβάλλουν σημαντικά στην επιτυχία κάποιας επιχείρησης.