Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Tao

/taʊ/

noun

1. An adherent of any branch of taoism

    synonym:
  • Taoist
  • ,
  • Tao

1. Ένας υποστηρικτής οποιουδήποτε κλάδου του ταοϊσμού

συνώνυμο:
  • Ταοϊστική,
  • Τάο

2. The ultimate principle of the universe

    synonym:
  • Tao

2. Η απόλυτη αρχή του σύμπαντος

συνώνυμο:
  • Τάο