Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Tambourine

/tæmbərin/

noun

1. A shallow drum with a single drumhead and with metallic disks in the sides

    synonym:
  • tambourine

1. Ένα ρηχό τύμπανο με ένα ενιαίο τύμπανο και με μεταλλικούς δίσκους στις πλευρές

συνώνυμο:
  • ταμπουρίνα

Examples of using

I gave my dad a tambourine as a gift.
Έδωσα στον πατέρα μου ένα ταμπουρίνι ως δώρο.