Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Symbolism

/sɪmbəlɪzəm/

noun

1. A system of symbols and symbolic representations

    synonym:
  • symbolism

1. Ένα σύστημα συμβόλων και συμβολικών αναπαραστάσεων

συνώνυμο:
  • συμβολισμός

2. The practice of investing things with symbolic meaning

    synonym:
  • symbolism
  • ,
  • symbolization
  • ,
  • symbolisation

2. Η πρακτική της επένδυσης πραγμάτων με συμβολική σημασία

συνώνυμο:
  • συμβολισμός,
  • συμβολισμόσ,
  • συμβολισμόσ

3. An artistic movement in the late 19th century that tried to express abstract or mystical ideas through the symbolic use of images

    synonym:
  • symbolism

3. Ένα καλλιτεχνικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα που προσπάθησε να εκφράσει αφηρημένες ή μυστικιστικές ιδέες μέσω της συμβολικής χρήσης

συνώνυμο:
  • συμβολισμός