Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Swept

/swɛpt/

adjective

1. Possessing sweep

  • "The sleek swept wings of the plane"
    synonym:
  • swept

1. Κατοχή σκούπισμα

  • "Τα κομψά σκουπισμένα φτερά του αεροπλάνου"
συνώνυμο:
  • σκουπισμένος