Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "suspension" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "αναστολή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Suspension

[Ανάρτηση]
/səspɛnʃən/

noun

1. A mixture in which fine particles are suspended in a fluid where they are supported by buoyancy

    synonym:
  • suspension

1. Ένα μείγμα στο οποίο τα λεπτά σωματίδια αναστέλλονται σε ένα υγρό όπου υποστηρίζονται από άνωση

συνώνυμο:
  • ανάρτηση

2. A time interval during which there is a temporary cessation of something

    synonym:
  • pause
  • ,
  • intermission
  • ,
  • break
  • ,
  • interruption
  • ,
  • suspension

2. Χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπάρχει προσωρινή παύση κάποιου πράγματος

συνώνυμο:
  • παύση,
  • διάλειμμα,
  • σπάω,
  • διακοπή,
  • ανάρτηση

3. Temporary cessation or suspension

    synonym:
  • abeyance
  • ,
  • suspension

3. Προσωρινή παύση ή αναστολή

συνώνυμο:
  • αποχή,
  • ανάρτηση

4. An interruption in the intensity or amount of something

    synonym:
  • suspension
  • ,
  • respite
  • ,
  • reprieve
  • ,
  • hiatus
  • ,
  • abatement

4. Διακοπή της έντασης ή της ποσότητας του κάτι

συνώνυμο:
  • ανάρτηση,
  • αναπνέω,
  • ανακτώ,
  • παύση,
  • μείωση

5. A mechanical system of springs or shock absorbers connecting the wheels and axles to the chassis of a wheeled vehicle

    synonym:
  • suspension
  • ,
  • suspension system

5. Ένα μηχανικό σύστημα ελατηρίων ή αμορτισέρ που συνδέει τους τροχούς και τους άξονες με τα πλαίσια ενός τροχοφόρου οχήματος

συνώνυμο:
  • ανάρτηση,
  • σύστημα ανάρτησης

6. The act of suspending something (hanging it from above so it moves freely)

  • "There was a small ceremony for the hanging of the portrait"
    synonym:
  • suspension
  • ,
  • dangling
  • ,
  • hanging

6. Η πράξη της αναστολής κάτι (το κρέμει από πάνω έτσι κινείται ελεύθερα)

  • "Υπήρξε μια μικρή τελετή για το κρέμασμα του πορτρέτου"
συνώνυμο:
  • ανάρτηση,
  • κρεμάμενοσ,
  • κρεμαστός

7. A temporary debarment (from a privilege or position etc)

    synonym:
  • suspension
  • ,
  • temporary removal

7. Ένα προσωρινό αποβολή (από ένα προνόμιο ή θέση κ.λπ

συνώνυμο:
  • ανάρτηση,
  • προσωρινή αφαίρεση