Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Surveying

/sərveɪŋ/

noun

1. The practice of measuring angles and distances on the ground so that they can be accurately plotted on a map

  • "He studied surveying at college"
    synonym:
  • surveying

1. Η πρακτική της μέτρησης των γωνιών και των αποστάσεων στο έδαφος, έτσι ώστε να μπορούν να σχεδιαστούν με ακρίβεια σε ένα χάρτη

  • "Σπούδασε επιτήρηση στο κολέγιο"
συνώνυμο:
  • επιτήρηση