Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Surpass

/sərpæs/

verb

1. Distinguish oneself

  • "She excelled in math"
    synonym:
  • excel
  • ,
  • stand out
  • ,
  • surpass

1. Ξεχωρίζω

  • "Διακρίθηκε στα μαθηματικά"
συνώνυμο:
  • υπερέχω,
  • ξεχωρίζω,
  • ξεπερνώ

2. Be or do something to a greater degree

  • "Her performance surpasses that of any other student i know"
  • "She outdoes all other athletes"
  • "This exceeds all my expectations"
  • "This car outperforms all others in its class"
    synonym:
  • surpass
  • ,
  • outstrip
  • ,
  • outmatch
  • ,
  • outgo
  • ,
  • exceed
  • ,
  • outdo
  • ,
  • surmount
  • ,
  • outperform

2. Να είστε ή να κάνετε κάτι σε μεγαλύτερο βαθμό

  • "Η απόδοσή της ξεπερνά αυτήν οποιουδήποτε άλλου μαθητή που γνωρίζω"
  • "Ξεπερνά όλους τους αθλητές"
  • "Αυτό ξεπερνά όλες τις προσδοκίες μου"
  • "Αυτό το αυτοκίνητο ξεπερνά όλα τα άλλα στην κατηγορία του"
συνώνυμο:
  • ξεπερνώ,
  • εκτός λειτουργίασ,
  • εξωτερικεύω,
  • εξωθώ,
  • υπερβαίνω,
  • ξεπερνώ,
  • ξεπερνώ,
  • υπερβολή

3. Move past

  • "A black limousine passed by when she looked out the window"
  • "He passed his professor in the hall"
  • "One line of soldiers surpassed the other"
    synonym:
  • travel by
  • ,
  • pass by
  • ,
  • surpass
  • ,
  • go past
  • ,
  • go by
  • ,
  • pass

3. Παρελθόν

  • "Μια μαύρη λιμουζίνα πέρασε όταν κοίταξε έξω από το παράθυρο"
  • "Πέρασε τον καθηγητή του στην αίθουσα"
  • "Μια γραμμή στρατιωτών ξεπέρασε την άλλη"
συνώνυμο:
  • ταξιδεύω,
  • περνώ από,
  • ξεπερνώ,
  • προσπερνώ,
  • περνώ,
  • περνώ

4. Be greater in scope or size than some standard

  • "Their loyalty exceeds their national bonds"
    synonym:
  • exceed
  • ,
  • transcend
  • ,
  • surpass

4. Να είναι μεγαλύτερο σε πεδίο ή μέγεθος από κάποιο πρότυπο

  • "Η πίστη τους υπερβαίνει τα εθνικά τους ομόλογα"
συνώνυμο:
  • υπερβαίνω,
  • υπερβαίνω,
  • ξεπερνώ