Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Supplement

/səpləmənt/

noun

1. Textual matter that is added onto a publication

  • Usually at the end
    synonym:
  • addendum
  • ,
  • supplement
  • ,
  • postscript

1. Κείμενο που προστίθεται σε μια δημοσίευση

  • Συνήθως στο τέλος
συνώνυμο:
  • προσθήκη,
  • συμπλήρωμα,
  • μεταδιδακτορικό

2. A quantity added (e.g. to make up for a deficiency)

    synonym:
  • supplement
  • ,
  • supplementation

2. Μια ποσότητα προστέθηκε (ε.π.χ. για να αναπληρώσει μια ανεπάρκεια)

συνώνυμο:
  • συμπλήρωμα,
  • συμπλήρωμα

3. A supplementary component that improves capability

    synonym:
  • accessory
  • ,
  • appurtenance
  • ,
  • supplement
  • ,
  • add-on

3. Ένα συμπληρωματικό στοιχείο που βελτιώνει την ικανότητα

συνώνυμο:
  • αξεσουάρ,
  • εφαρμογή,
  • συμπλήρωμα,
  • πρόσθετο

verb

1. Add as a supplement to what seems insufficient

  • "Supplement your diet"
    synonym:
  • supplement

1. Προσθέστε ως συμπλήρωμα σε αυτό που φαίνεται ανεπαρκές

  • "Συμπληρώστε τη διατροφή σας"
συνώνυμο:
  • συμπλήρωμα

2. Serve as a supplement to

  • "Vitamins supplemented his meager diet"
    synonym:
  • supplement

2. Χρησιμεύστε ως συμπλήρωμα για

  • "Οι βιταμίνες συμπλήρωσαν την πενιχρή διατροφή του"
συνώνυμο:
  • συμπλήρωμα

3. Add to the very end

  • "He appended a glossary to his novel where he used an invented language"
    synonym:
  • append
  • ,
  • add on
  • ,
  • supplement
  • ,
  • affix

3. Προσθέστε στο τέλος

  • "Προσάρτησε ένα γλωσσάρι στο μυθιστόρημά του, όπου χρησιμοποίησε μια εφευρεμένη γλώσσα"
συνώνυμο:
  • προσαρτώ,
  • προσθέτω,
  • συμπλήρωμα,
  • επισυνάπτω

Examples of using

You had better supplement your diet with vitamins.
Είχατε καλύτερα να συμπληρώσετε τη διατροφή σας με βιταμίνες.