Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Superstitious

/supərstɪʃəs/

adjective

1. Showing ignorance of the laws of nature and faith in magic or chance

  • "Finally realized that the horror he felt was superstitious in origin"
    synonym:
  • superstitious

1. Δείχνοντας άγνοια των νόμων της φύσης και της πίστης στη μαγεία ή την τύχη

  • "Τελικά συνειδητοποίησε ότι ο τρόμος που ένιωθε ήταν προληπτικός στην προέλευση"
συνώνυμο:
  • προληπτικόσ

Examples of using

She was superstitious, as the people of that period usually were.
Ήταν προληπτική, όπως ήταν συνήθως οι άνθρωποι εκείνης της περιόδου.