Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "sullen" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "σούλεν" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sullen

[Σάλεν]
/sələn/

adjective

1. Showing a brooding ill humor

  • "A dark scowl"
  • "The proverbially dour new england puritan"
  • "A glum, hopeless shrug"
  • "He sat in moody silence"
  • "A morose and unsociable manner"
  • "A saturnine, almost misanthropic young genius"- bruce bliven
  • "A sour temper"
  • "A sullen crowd"
    synonym:
  • dark
  • ,
  • dour
  • ,
  • glowering
  • ,
  • glum
  • ,
  • moody
  • ,
  • morose
  • ,
  • saturnine
  • ,
  • sour
  • ,
  • sullen

1. Δείχνοντας ένα κακό χιούμορ

  • "Ένα σκοτεινό σκουπίδι"
  • "Ο παροιμιώδης θλιβερός πουριτανός της νέας αγγλίας"
  • "Μια αίγλη, απελπιστική ανατίναξη"
  • "Κάθισε σε κυκλοθυμική σιωπή"
  • "Ένας τρελός και μη κοινωνικός τρόπος"
  • "Μια κορυφαία, σχεδόν μισάνθρωπη νεαρή ιδιοφυΐα" - μπρους μπλίβεν
  • "Μια ξινή ιδιοσυγκρασία"
  • "Ένα σκυθρωπό πλήθος"
    συνώνυμο:
  • σκοτεινός
  • ,
  • ντουρ
  • ,
  • λαμπερή
  • ,
  • glam
  • ,
  • κυκλοθυμικός
  • ,
  • morose
  • ,
  • κρόνιοσ
  • ,
  • ξινό
  • ,
  • σκυθρωπός

2. Darkened by clouds

  • "A heavy sky"
    synonym:
  • heavy
  • ,
  • lowering
  • ,
  • sullen
  • ,
  • threatening

2. Σκοτεινιασμένο από σύννεφα

  • "Ένας βαρύς ουρανός"
    συνώνυμο:
  • βαρύς
  • ,
  • χαμηλώνοντας
  • ,
  • σκυθρωπός
  • ,
  • απειλώντας