Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sulfa

/səlfə/

noun

1. Antibacterial consisting of any of several synthetic organic compounds capable of inhibiting the growth of bacteria that require paba

    synonym:
  • sulfa drug
  • ,
  • sulfa
  • ,
  • sulpha
  • ,
  • sulfonamide

1. Αντιβακτηριακό που αποτελείται από διάφορες συνθετικές οργανικές ενώσεις ικανές να αναστέλλουν την ανάπτυξη βακτηρίων παβα

συνώνυμο:
  • φάρμακο σουλφού,
  • σουλφά,
  • σουλφα,
  • σουλφοναμίδη