Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Suitability

/sutəbɪlɪti/

noun

1. The quality of having the properties that are right for a specific purpose

  • "An important requirement is suitability for long trips"
    synonym:
  • suitability
  • ,
  • suitableness

1. Η ποιότητα της ύπαρξης των ιδιοτήτων που είναι κατάλληλες για συγκεκριμένο σκοπό

  • "Μια σημαντική απαίτηση είναι η καταλληλότητα για μεγάλα ταξίδια"
συνώνυμο:
  • καταλληλότητα,
  • καταλληλότητα

Examples of using

Check the suitability of the blood for transfusion.
Ελέγξτε την καταλληλότητα του αίματος για μετάγγιση.