Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Suffocating

/səfəketɪŋ/

adjective

1. Causing difficulty in breathing especially through lack of fresh air and presence of heat

  • "The choking june dust"
  • "The smothering soft voices"
  • "Smothering heat"
  • "The room was suffocating--hot and airless"
    synonym:
  • smothering
  • ,
  • suffocating
  • ,
  • suffocative

1. Προκαλώντας δυσκολία στην αναπνοή ειδικά λόγω έλλειψης καθαρού αέρα και παρουσίας θερμότητας

  • "Η πνιγηρή σκόνη του ιουνίου"
  • "Οι πνιγηρές απαλές φωνές"
  • "Πνιγηρή θερμότητα"
  • "Το δωμάτιο ήταν ασφυκτικό-ζεστό και χωρίς αέρα"
συνώνυμο:
  • πνίγω,
  • ασφυκτικών,
  • ασφυκτικόσ