Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Successful

/səksɛsfəl/

adjective

1. Having succeeded or being marked by a favorable outcome

  • "A successful architect"
  • "A successful business venture"
    synonym:
  • successful

1. Έχοντας πετύχει ή χαρακτηριστεί από ένα ευνοϊκό αποτέλεσμα

  • "Επιτυχημένος αρχιτέκτονας"
  • "Επιτυχημένη επιχειρηματική επιχείρηση"
συνώνυμο:
  • επιτυχής

Examples of using

I have a tip that will make every cake successful.
Έχω μια άκρη που θα κάνει κάθε κέικ επιτυχημένη.
That was the most successful party we've ever had.
Αυτό ήταν το πιο επιτυχημένο πάρτι που είχαμε ποτέ.
I wasn't successful at anything today.
Δεν είχα επιτυχία σε τίποτα σήμερα.