Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Succeeding

/səksidɪŋ/

adjective

1. Coming after or following

    synonym:
  • succeeding(a)

1. Έρχονται μετά ή ακολουθούν

συνώνυμο:
  • διαδοχ()

2. (of elected officers) elected but not yet serving

  • "Our next president"
    synonym:
  • future(a)
  • ,
  • next
  • ,
  • succeeding(a)

2. ( των εκλεγμένων αξιωματικών) εκλέχθηκε αλλά δεν υπηρετεί ακόμα

  • "Ο επόμενος πρόεδρός μας"
συνώνυμο:
  • μελλοντ(),
  • επόμενο,
  • διαδοχ()

Examples of using

There was a strong likelihood of his succeeding.
Υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να πετύχει.