Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "stupidity" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "βλακεία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stupidity

[Βλακεία]
/stupɪdɪti/

noun

1. A poor ability to understand or to profit from experience

    synonym:
  • stupidity

1. Κακή ικανότητα να κατανοεί ή να επωφελείται από την εμπειρία

    συνώνυμο:
  • βλακεία

2. A stupid mistake

    synonym:
  • stupidity
  • ,
  • betise
  • ,
  • folly
  • ,
  • foolishness
  • ,
  • imbecility

2. Ένα ηλίθιο λάθος

    συνώνυμο:
  • βλακεία
  • ,
  • στοιχηματίζω
  • ,
  • τρέλα
  • ,
  • ανοησία
  • ,
  • ανυπαρξία

Examples of using

Human's stupidity doesn't know any limits.
Η βλακεία του ανθρώπου δεν γνωρίζει όρια.
The sum of the ignorance of the Republican candidates in the primaries for the U.S. presidential election is simply mind-boggling: one is afraid that China will obtain nuclear weapons, which they have had for 100 years, and the other proposes to close the U.S. embassy in Iran, which has been closed for 100 years... Such stupidity at the head of the world's most powerful country gives one the shivers!
Το άθροισμα της άγνοιας των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων στις προκριματικές για τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ είναι απλά νους: φοβάται η Κίνα, το οποίο είχαν εδώ και 100 χρόνια, και το άλλο προτείνει να κλείσει η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ιράν, το οποίο έχει κλείσει για 100 χρόνια... Μια τέτοια βλακεία στον επικεφαλής της πιο ισχυρής χώρας του κόσμου δίνει ένα από τα ποτάμια!
There's no cure for stupidity.
Δεν υπάρχει θεραπεία για την ηλιθιότητα.