Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stumper

/stəmpər/

noun

1. A particularly difficult or baffling question or problem

    synonym:
  • poser
  • ,
  • stumper
  • ,
  • toughie
  • ,
  • sticker

1. Ένα ιδιαίτερα δύσκολο ή αντιμετωπιστικό ερώτημα ή πρόβλημα

συνώνυμο:
  • πόζερ,
  • παραπαίουν,
  • σκληρός,
  • αυτοκόλλητο