Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stuffed

/stəft/

adjective

1. Filled with something

  • "A stuffed turkey"
    synonym:
  • stuffed

1. Γεμάτο με κάτι

  • "Μια γεμιστή γαλοπούλα"
συνώνυμο:
  • γεμιστός

2. Crammed with food

  • "A full stomach"
  • "I feel stuffed"
    synonym:
  • stuffed

2. Γεμάτο με φαγητό

  • "Γεμάτο στομάχι"
  • "Νιώθω γεμιστός"
συνώνυμο:
  • γεμιστός

Examples of using

I'm stuffed.
Είμαι γεμιστός.
You can't get the suitcase closed because you've stuffed too much into it.
Δεν μπορείτε να κλείσετε τη βαλίτσα γιατί έχετε γεμίσει πάρα πολύ σε αυτήν.
I'm stuffed!
Είμαι γεμιστός!