Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Strikingly

/straɪkɪŋli/

adverb

1. In a striking manner

  • "This was strikingly demonstrated"
  • "The evidence was strikingly absent"
    synonym:
  • strikingly

1. Με εντυπωσιακό τρόπο

  • "Αυτό αποδείχθηκε εντυπωσιακά"
  • "Τα στοιχεία ήταν εντυπωσιακά απόντα"
συνώνυμο:
  • εντυπωσιακά