Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "strait" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "στενό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Strait

[Στενό]
/stret/

noun

1. A narrow channel of the sea joining two larger bodies of water

    synonym:
  • strait
  • ,
  • sound

1. Ένα στενό κανάλι της θάλασσας που ενώνει δύο μεγαλύτερα σώματα νερού

συνώνυμο:
  • στενός,
  • ήχος

2. A bad or difficult situation or state of affairs

    synonym:
  • pass
  • ,
  • strait
  • ,
  • straits

2. Κακή ή δύσκολη κατάσταση ή κατάσταση

συνώνυμο:
  • περνώ,
  • στενός,
  • στενά

adjective

1. Narrow

  • "Strait is the gate"
    synonym:
  • strait

1. Στενόσ

  • "Το πορτρέτο είναι η πύλη"
συνώνυμο:
  • στενός