Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stopped

/stɑpt/

adjective

1. (of a nose) blocked

  • "A stopped (or stopped-up) nose"
    synonym:
  • stopped
  • ,
  • stopped-up(a)
  • ,
  • stopped up(p)

1. (από μια μύτη) μπλοκαρισμένο

  • "Ένα σταμάτησε ( σταμάτησε-υπ) μύτη"
συνώνυμο:
  • σταμάτησε,
  • σταμάτησε-ουπ(α),
  • σταμάτησε η ()<TAG1>

Examples of using

Tom stopped at a convenience store to get a drink.
Ο Τομ σταμάτησε σε ένα παντοπωλείο για να πάρει ένα ποτό.
Tom stopped knocking on the door as soon as he realized Mary wasn't home.
Ο Τομ σταμάτησε να χτυπάει την πόρτα μόλις συνειδητοποίησε ότι η Μαίρη δεν ήταν σπίτι.
It's my father who stopped drinking.
Ο πατέρας μου σταμάτησε να πίνει.