Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stocks

/stɑks/

noun

1. A frame that supports a boat while it is under construction

    synonym:
  • stocks

1. Ένα πλαίσιο που υποστηρίζει ένα σκάφος ενώ είναι υπό κατασκευή

συνώνυμο:
  • αποθέματα

2. A frame for constraining an animal while it is receiving veterinary attention or while being shod

    synonym:
  • stocks

2. Ένα πλαίσιο για τον περιορισμό ενός ζώου ενώ λαμβάνει κτηνιατρική φροντίδα ή ενώ είναι να αποφεύγεται

συνώνυμο:
  • αποθέματα

3. A former instrument of punishment consisting of a heavy timber frame with holes in which the feet (and sometimes the hands) of an offender could be locked

    synonym:
  • stocks

3. Ένα πρώην όργανο τιμωρίας που αποτελείται από ένα βαρύ ξύλινο πλαίσιο με τρύπες στις οποίες τα πόδια (και μερικές φορές το χέρι)

συνώνυμο:
  • αποθέματα

Examples of using

He invested a lot of money in stocks.
Επένδυσε πολλά χρήματα σε αποθέματα.
He invested his money in stocks.
Επένδυσε τα χρήματά του σε αποθέματα.
He invested 100,100 yen in stocks.
Επένδυσε 100.100 γιεν σε αποθέματα.