Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stock

/stɑk/

noun

1. The capital raised by a corporation through the issue of shares entitling holders to an ownership interest (equity)

  • "He owns a controlling share of the company's stock"
    synonym:
  • stock

1. Το κεφάλαιο που συγκεντρώνεται από μια εταιρεία μέσω της έκδοσης μετοχών που δικαιούνται στους κατόχους ιδιοκτησιακού συμφέροντος (

  • "Κατέχει ένα μερίδιο ελέγχου του αποθέματος της εταιρείας"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

2. The merchandise that a shop has on hand

  • "They carried a vast inventory of hardware"
  • "They stopped selling in exact sizes in order to reduce inventory"
    synonym:
  • stock
  • ,
  • inventory

2. Τα εμπορεύματα που έχει ένα κατάστημα στο χέρι

  • "Μετέφεραν ένα τεράστιο απόθεμα υλικού"
  • "Σταμάτησαν να πωλούν σε ακριβή μεγέθη για να μειώσουν το απόθεμα"
συνώνυμο:
  • απόθεμα,
  • απογραφή

3. The handle of a handgun or the butt end of a rifle or shotgun or part of the support of a machine gun or artillery gun

  • "The rifle had been fitted with a special stock"
    synonym:
  • stock
  • ,
  • gunstock

3. Η λαβή ενός όπλου ή το άκρο ενός τουφεκιού ή κυνηγετικού όπλου ή μέρους της υποστήριξης ενός πολυβόλου ή πυροβόλου όπλου

  • "Το τουφέκι είχε εφοδιαστεί με ειδικό απόθεμα"
συνώνυμο:
  • απόθεμα,
  • πυροβολισμόσ

4. A certificate documenting the shareholder's ownership in the corporation

  • "The value of his stocks doubled during the past year"
    synonym:
  • stock certificate
  • ,
  • stock

4. Πιστοποιητικό που τεκμηριώνει την ιδιοκτησία του μετόχου στην εταιρεία

  • "Η αξία των αποθεμάτων του διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους"
συνώνυμο:
  • πιστοποιητικό αποθεμάτων,
  • απόθεμα

5. A supply of something available for future use

  • "He brought back a large store of cuban cigars"
    synonym:
  • store
  • ,
  • stock
  • ,
  • fund

5. Προμήθεια από κάτι διαθέσιμο για μελλοντική χρήση

  • "Έφερε πίσω ένα μεγάλο κατάστημα κουβανέζικων πούρων"
συνώνυμο:
  • κατάστημα,
  • απόθεμα,
  • ταμείο

6. The descendants of one individual

  • "His entire lineage has been warriors"
    synonym:
  • lineage
  • ,
  • line
  • ,
  • line of descent
  • ,
  • descent
  • ,
  • bloodline
  • ,
  • blood line
  • ,
  • blood
  • ,
  • pedigree
  • ,
  • ancestry
  • ,
  • origin
  • ,
  • parentage
  • ,
  • stemma
  • ,
  • stock

6. Οι απόγονοι ενός ατόμου

  • "Ολόκληρη η γενεαλογία του ήταν πολεμιστές"
συνώνυμο:
  • γενεαλογία,
  • γραμμή,
  • γραμμή καθόδου,
  • κατάβαση,
  • γραμμή αίματος,
  • γραμμή αίματος,
  • αίμα,
  • γενεαλογία,
  • καταγωγή,
  • προέλευση,
  • γονική μέριμνα,
  • στέλμα,
  • απόθεμα

7. A special variety of domesticated animals within a species

  • "He experimented on a particular breed of white rats"
  • "He created a new strain of sheep"
    synonym:
  • breed
  • ,
  • strain
  • ,
  • stock

7. Μια ιδιαίτερη ποικιλία κατοικίδιων ζώων μέσα σε ένα είδος

  • "Πειραματίστηκε σε μια συγκεκριμένη φυλή λευκών αρουραίων"
  • "Δημιούργησε ένα νέο στέλεχος προβάτων"
συνώνυμο:
  • φυλή,
  • στέλεχος,
  • απόθεμα

8. Liquid in which meat and vegetables are simmered

  • Used as a basis for e.g. soups or sauces
  • "She made gravy with a base of beef stock"
    synonym:
  • broth
  • ,
  • stock

8. Υγρό στο οποίο σιγοβράζονται το κρέας και τα λαχανικά

  • Χρησιμοποιείται ως βάση για σούπες ή σάλτσες
  • "Έφτιαξε σάλτσα με βάση ζωμό βοδινού κρέατος"
συνώνυμο:
  • ζωμός,
  • απόθεμα

9. The reputation and popularity a person has

  • "His stock was so high he could have been elected mayor"
    synonym:
  • stock

9. Η φήμη και η δημοτικότητα που έχει ένα άτομο

  • "Το απόθεμά του ήταν τόσο υψηλό που θα μπορούσε να εκλεγεί δήμαρχος"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

10. Persistent thickened stem of a herbaceous perennial plant

    synonym:
  • stock
  • ,
  • caudex

10. Επίμονο πυκνωμένο στέλεχος ενός ποώδη πολυετούς φυτού

συνώνυμο:
  • απόθεμα,
  • καουδή

11. A plant or stem onto which a graft is made

  • Especially a plant grown specifically to provide the root part of grafted plants
    synonym:
  • stock

11. Ένα φυτό ή στέλεχος πάνω στο οποίο γίνεται ένα μόσχευμα

  • Ειδικά ένα φυτό που καλλιεργείται ειδικά για να παρέχει το ριζικό τμήμα των μοσχευμένων φυτών
συνώνυμο:
  • απόθεμα

12. Any of several old world plants cultivated for their brightly colored flowers

    synonym:
  • stock
  • ,
  • gillyflower

12. Οποιοδήποτε από τα πολλά φυτά του παλαιού κόσμου που καλλιεργούνται για τα έντονα χρωματισμένα λουλούδια τους

συνώνυμο:
  • απόθεμα,
  • λουλούδι

13. Any of various ornamental flowering plants of the genus malcolmia

    synonym:
  • Malcolm stock
  • ,
  • stock

13. Οποιοδήποτε από τα διάφορα διακοσμητικά ανθοφόρα φυτά του γένους μαλκολμία

συνώνυμο:
  • Απόθεμα Μάλκολμ,
  • απόθεμα

14. Lumber used in the construction of something

  • "They will cut round stock to 1-inch diameter"
    synonym:
  • stock

14. Ξυλεία που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κάτι

  • "Θα κόψουν στρογγυλό απόθεμα σε διάμετρο 1 ίντσας"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

15. The handle end of some implements or tools

  • "He grabbed the cue by the stock"
    synonym:
  • stock

15. Το τέλος λαβής ορισμένων εργαλείων ή εργαλείων

  • "Πήρε το σύνθημα από το απόθεμα"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

16. An ornamental white cravat

    synonym:
  • neckcloth
  • ,
  • stock

16. Ένα διακοσμητικό λευκό τραπέζι

συνώνυμο:
  • λαιμόπτερο,
  • απόθεμα

17. Any animals kept for use or profit

    synonym:
  • livestock
  • ,
  • stock
  • ,
  • farm animal

17. Οποιαδήποτε ζώα που διατηρούνται για χρήση ή κέρδος

συνώνυμο:
  • ζωικό κεφάλαιο,
  • απόθεμα,
  • αγρόκτημα

verb

1. Have on hand

  • "Do you carry kerosene heaters?"
    synonym:
  • stock
  • ,
  • carry
  • ,
  • stockpile

1. Έχω στο χέρι

  • "Μεταφέρετε θερμαντήρες κηροζίνης?"
συνώνυμο:
  • απόθεμα,
  • μεταφέρω,
  • αποθήκη

2. Equip with a stock

  • "Stock a rifle"
    synonym:
  • stock

2. Εξοπλίστε με ένα απόθεμα

  • "Κλειδώστε ένα τουφέκι"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

3. Supply with fish

  • "Stock a lake"
    synonym:
  • stock

3. Προμήθεια με ψάρια

  • "Κλειδώστε μια λίμνη"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

4. Supply with livestock

  • "Stock a farm"
    synonym:
  • stock

4. Προμήθεια με ζώα

  • "Αποκτήστε ένα αγρόκτημα"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

5. Amass so as to keep for future use or sale or for a particular occasion or use

  • "Let's stock coffee as long as prices are low"
    synonym:
  • stock
  • ,
  • buy in
  • ,
  • stock up

5. Συσσωρευμένη ώστε να διατηρείται για μελλοντική χρήση ή πώληση ή για συγκεκριμένη περίσταση ή χρήση

  • "Αφήστε τον καφέ απόθεμα εφόσον οι τιμές είναι χαμηλές"
συνώνυμο:
  • απόθεμα,
  • αγοράζω,
  • αποθηκεύω

6. Provide or furnish with a stock of something

  • "Stock the larder with meat"
    synonym:
  • stock

6. Παρέχετε ή επιπλώστε ένα απόθεμα από κάτι

  • "Κλειδώστε το λαρδί με κρέας"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

7. Put forth and grow sprouts or shoots

  • "The plant sprouted early this year"
    synonym:
  • sprout
  • ,
  • stock

7. Βάλτε και αναπτύξτε λάχανα ή βλαστούς

  • "Το φυτό βλάστησε νωρίς φέτος"
συνώνυμο:
  • βλαστάρι,
  • απόθεμα

adjective

1. Repeated too often

  • Overfamiliar through overuse
  • "Bromidic sermons"
  • "His remarks were trite and commonplace"
  • "Hackneyed phrases"
  • "A stock answer"
  • "Repeating threadbare jokes"
  • "Parroting some timeworn axiom"
  • "The trite metaphor `hard as nails'"
    synonym:
  • banal
  • ,
  • commonplace
  • ,
  • hackneyed
  • ,
  • old-hat
  • ,
  • shopworn
  • ,
  • stock(a)
  • ,
  • threadbare
  • ,
  • timeworn
  • ,
  • tired
  • ,
  • trite
  • ,
  • well-worn

1. Επαναλαμβάνεται πολύ συχνά

  • Είναι γνωστό μέσω της υπερβολικής χρήσης
  • "Βρωμικά κηρύγματα"
  • "Οι παρατηρήσεις του ήταν τριμερείς και συνηθισμένες"
  • "Ταξίδι με τις φράσεις"
  • "Μια απάντηση σε απόθεμα"
  • "Επαναλαμβάνοντας αστεία"
  • "Παρέχοντας κάποιο αξίωμα φορτωμένο στο χρόνο"
  • "Η τρίτη μεταφορά `σκληρή σαν τα νύχια'"
συνώνυμο:
  • ταφικόσ,
  • κοινός τόπος,
  • περιπλανώμαι,
  • παλιό καπέλο,
  • αγοραστήσ,
  • στη(),
  • νήμα,
  • αφιερωμένοσ στο χρόνο,
  • κουρασμένος,
  • τρίτησ,
  • φθαρμένος

2. Routine

  • "A stock answer"
    synonym:
  • stock

2. Ρουτίνα

  • "Μια απάντηση σε απόθεμα"
συνώνυμο:
  • απόθεμα

3. Regularly and widely used or sold

  • "A standard size"
  • "A stock item"
    synonym:
  • standard
  • ,
  • stock

3. Τακτικά και ευρέως χρησιμοποιούμενος ή πωλημένος

  • "Τυπικό μέγεθος"
  • "Ένα στοιχείο αποθεμάτων"
συνώνυμο:
  • τυποποιημένος,
  • απόθεμα

Examples of using

We have a very limited stock.
Έχουμε ένα πολύ περιορισμένο απόθεμα.
I would like to check yesterday's stock prices...
Θα ήθελα να ελέγξω τις χθεσινές τιμές των μετοχών...
Within one year, the stock market collapsed.
Μέσα σε ένα χρόνο το χρηματιστήριο κατέρρευσε.