Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Stint

/stɪnt/

noun

1. An unbroken period of time during which you do something

  • "There were stretches of boredom"
  • "He did a stretch in the federal penitentiary"
    synonym:
  • stretch
  • ,
  • stint

1. Ένα αδιάσπαστο χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάνετε κάτι

  • "Υπήρχαν τμήματα της πλήξης"
  • "Έκανε ένα τέντωμα στο ομοσπονδιακό σωφρονιστικό"
συνώνυμο:
  • τεντώνω,
  • παλαίω

2. Smallest american sandpiper

    synonym:
  • least sandpiper
  • ,
  • stint
  • ,
  • Erolia minutilla

2. Μικρότερος αμερικανός αμμοθύπελος

συνώνυμο:
  • λιγότερο αμμοθύελλα,
  • παλαίω,
  • Μινουτίλα ερόλια

3. An individual's prescribed share of work

  • "Her stint as a lifeguard exhausted her"
    synonym:
  • stint

3. Το συνταγογραφούμενο μερίδιο εργασίας ενός ατόμου

  • "Η σκηνή της ως ναυαγοσώστης την εξάντλησε"
συνώνυμο:
  • παλαίω

verb

1. Subsist on a meager allowance

  • "Scratch and scrimp"
    synonym:
  • scrimp
  • ,
  • stint
  • ,
  • skimp

1. Υποχωρήστε σε ένα πενιχρό επίδομα

  • "Γρατσουνιά και γαρίδα"
συνώνυμο:
  • παραπονιέμαι,
  • παλαίω,
  • αποβουτυρώνω

2. Supply sparingly and with restricted quantities

  • "Sting with the allowance"
    synonym:
  • stint
  • ,
  • skimp
  • ,
  • scant

2. Παροχή με φειδώ και με περιορισμένες ποσότητες

  • "Παρατήρηση με το επίδομα"
συνώνυμο:
  • παλαίω,
  • αποβουτυρώνω,
  • απατώ